The Truce

Le texte suivant fut rédigé originellement en anglais. Il est le point de départ et figure en annexe du recueil Fragments Athéniens. Il est ici dans sa version originale accompagnée de ses traductions grecque & française.

Knights of the naughty castle ; crayon 4b sur CANSON 90gr ; 29,7x42cm ; 2019.

Athens, May 22/2019, THE TRUCE

Awake for me, please, dawn has already passed
There’s no morning that lies on the ageless cities
Time has run away from here, time runs after us.

Forgive me, my friend, that I betray you in spite of myself and let us remain two
Like this single line on our hands that extends from one hand to another,
but never knots.
Condone that I can only pretend to merge myself with you
Condone that I only have my hands and my words to assure you of my presence
and celebrate your being.
Pardon this world that I can not dissolve myself,
that our atoms can not mingle and create in flesh what could be « us ».

Two eyes for four
The footprints of a lonely idler
that the sea swallows in a sigh

Please forgive as I choose to do
that we remain free from each other.
The universe has offered each of us his own dash
Join me, fight at my side, I’ll fight at yours

And if time flies, nevermind
We don’t believe in time, we belong to elsewhere

We are the armed arms of beauty
Through us, together, in these lightless moments
lives and dies the eternal fight of the earthborns ones
If we can’t share one skin for the both of us,
we can write our stories, even for an instant
Let us mark each other by offering our differences

My breath, my lips, my hands
All that I am is yours
I want them sliding on your curves
Trying to learn you, trying to read you
You, the eternal stranger – beloved

Awake for me
Awake your world near to mine
Coat what I know with your own colors
I’ll tell you my sky while I’m kissing your neck
– while I’m breathing your smell –
we’ll say that we share the same
we’ll play, for one outside moment, to be only one
Nothing for me exists as long as I feel your hands.

This is where God sweetly smiles,
This is what forgiveness is about,
This is what love is made of.

____

Ανακωχή

Ξύπνησε για μένα, σε παρακαλώ, το χάραμα έχει ήδη περάσει
Δεν θα βρεις πρωινό να ξαπλώνει στις άχρονες πολιτείες.
Ο χρόνος δραπέτευσε από δω, ο χρόνος τρέχει ξοπίσω μας.

Συγχώρησέ με, φίλε μου, που σε προδίδω παρά την επιθυμία μου κι επιτρέπω να παραμείνουμε δύο.
Όπως αυτή η λεπτή γραμμή των χεριών μας που εκτείνεται από το ένα χέρι στο άλλο,
όμως ποτέ δεν δένονται μεταξύ τους.
Αποδέξου πως μπορώ μονάχα να προσποιηθώ πως ενώνω τον εαυτό μου με σένα
Αποδέξου πως έχω μόνο τα χέρια μου και τις λέξεις να σου επιβεβαιώσω την παρουσία μου και να γιορτάσω την ύπαρξή σου.
Συγχώρησε αυτόν τον κόσμο όπου δεν μπορώ να αποδομήσω τον εαυτό μου
που τα κομμάτια μας δεν μπορούν να συγχωνευθούν και να δημιουργήσουν αυτό που θα ήταν το «εμείς».

Δυο μάτια για τέσσερα
Οι πατημασιές ενός μοναχικού αργόσχολου
που η θάλασσα καταπίνει σ’ έναν στεναγμό.

Σε παρακαλώ συγχώρησε όπως επιλέγω να κάνω κι εγώ,
το να παραμείνουμε αδέσμευτοι μεταξύ μας.
Το σύμπαν προσέφερε στον καθένα μας κομμάτι απ’ το δικό του χωροχρόνο.
Έλα μαζί μου, πολέμησε στο πλευρό μου, Θα πολεμήσω στο δικό σου
Και αν ο χρόνος τρέχει, μη σε μέλλει,
Δεν πιστεύουμε στο χρόνο, ανήκουμε αλλού
Είμαστε το οπλισμένο χέρι της ομορφιάς
Μες από μας, μαζί, αυτές τις άφωτες στιγμές
ζει και πεθαίνει η αιώνια μάχη των γεννημένων σ’ αυτή τη γη
Αν δεν μπορούμε να μοιραστούμε το ίδιο περίβλημα και για τους δύο,
μπορούμε να γράψουμε τις ιστορίες μας, έστω για μια στιγμή

Ας σημαδευτούμε προσφέροντας τις διαφορές μας
Η ανάσα, τα χείλη, τα χέρια μου
Όλα όσα είμαι είναι δικά σου
Τα θέλω να γλιστράνε στις καμπύλες σου
Προσπαθώντας να σε μάθω, να σε διαβάσω
Εσένα, τον παντοτινό άγνωστο – αγαπημένο.

Ξύπνησε για μένα
Ξύπνησε τον κόσμο σου κοντά στο δικό μου
Ντύσε ότι γνωρίζω με τα δικά σου χρώματα
Θα σου περιγράψω τον ουρανό μου καθώς σου φιλώ τον λαιμό
-καθώς ανασαίνω το άρωμά σου-
θα πούμε πως μοιραζόμαστε τον ίδιο
θα προσποιηθούμε, για μια στιγμή πέρα από τον χρόνο, πως είμαστε ένα
Τίποτα δεν υπάρχει για μένα όσο αισθάνομαι τα χέρια σου

Εδώ ο Θεός τρυφερά χαμογελά,
αυτό σημαίνει συγχώρεση,
από αυτό είναι φτιαγμένη η αγάπη.

____

La Trêve

Réveille toi pour moi, l’aube à déjà passée
Il n’y a pas de matin qui vienne se coucher sur les citées sans âge
Le temps s’est enfuit d’ici, le temps nous pourchasse.
Pardonne, mon ami, que je te trahisse malgré moi et que nous demeurions deux
Comme cette ligne unique sur nos mains, qui s’étend d’une paume à l’autre
mais ne se noue jamais.
Tolère que je ne puisse que prétendre me fondre à ton corps
Tolère que je n’ai que mes mains et mes mots pour t’assurer de ma présence
et célébrer ton être
Pardonne à ce monde que je ne puisse me dissoudre,
pour que nos atomes se mélangent et créent en chair ce qui pourrait-être « nous »

Deux yeux pour quatre
Les empreintes de pas d’un oisif solitaire
que la mer vient avaler dans un soupir

S’il te plaît, pardonne comme j’ai choisi de le faire
que nous devions demeurer libres l’un de l’autre
L’univers nous a offert à chacun sa propre course
Joins toi à moi, combats à mon côté, je combattrais au tiens
Et si le temps s’enfuit, peu importe
Nous ne croyons pas au temps, nous appartenons au dehors

Nous sommes le bras armé de la beauté
À travers nous, ensemble dans ces moments sans lumière,
vit et meurt l’éternel combat de ceux qui sont nés sur cette terre
Si nous ne pouvons partager une peau pour deux,
nous pouvons écrire nos histoires, ne serait-ce que pour un instant
Que nous nous marquions l’un l’autre en nous offrant nos différences
Mon souffle, mes lèvres, mes mains,
Tout ce que je suis je te l’offre
Je les veux glissants sur tes courbes
essayant de t’apprendre, essayant de te lire
Toi, l’éternel étranger d’amour

Réveille toi pour moi
Réveille encore une fois ton monde près du mien
Recouvre ce que je sais de tes propres couleurs
Je te dirai mon ciel en embrassant ton cou
– en respirant ton odeur –
nous dirons partager le même
nous jouerons, pour un moment en dehors, à n’être qu’un
plus rien pour moi n’existe tant que je sens ta main.

C’est là que Dieu sourit doucement
C’est de cela dont le pardon parle
C’est de cela dont l’amour est fait.

Exils

Exils les chemins d’Abraxas se compose d’un conte initiatique écrit par Ferdinand Stephane-Coldefy et d’une oeuvre musicale composée par Gilles Granget.
Le texte et la musique s’enrichissent l’un l’autre et ouvre le passage vers la découverte de soi, de la métamorphose de l’adolescent à l’adulte.Une lecture simple et intuitive, chaque chapitre du conte correspond à une piste audio.
Partez en exil sonder votre âme et laissez-vous porter par une musique d’ambiance tribale et chamanique sur les chemins d’Abraxas.

Parut le 10/12/21015 aux éditions Hybris.